Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Παροιμίες από την Κόλαση

..όπως τις ούρλιαζε ο William Blake κατά την εκδίκαση του διαζυγίου του ουρανού και της κόλασης .

1. Κάθε τέλος είναι ένα τέλος. Κάθε αρχή είναι μία αρχή.
2. Οι πρώτοι έσονται πρώτοι. Οι έσχατοι έσονται έσχατοι. Συνήθως.
3. Αν ο δρόμος προς την Κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις, είναι λογικό να υποθέσει κανείς πως ο δρόμος για τον Παράδεισο είναι στρωμένος με τις χείριστες.
4. Οι πασόκοι είναι σαν τους παραμορφωμένους, ανόητους γίγαντες: ξεχωρίζουν εύκολα στο πλήθος.
5. Τίποτα, ποτέ, δεν πάει σωστά.
6. Κανένα εμπόδιο δεν είναι για καλό. Ο δρόμος έχει πάντα εμπόδια (βλ. 5).
7. Η καλή μέρα φαίνεται από το τέλος.
8. Ανήθικος είναι αυτός που ορίζει τι είναι ηθικό.
9. Αν ο Διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες είναι μάλλον επειδή ο Θεός φανερώνεται στις αοριστίες.
10. Όταν κοιτάς το χώμα, δε βλέπεις γύρω σου. Όταν κοιτάς τον ουρανό, πατάς σκατά.
11. Ένας πίθηκος είδε ένα γουρούνι να κυλιέται στις λάσπες. "Μην κυλιέσαι στις λάσπες,", είπε, "είναι βρωμιά". "Όϊνκ όϊνκ", απάντησε το γουρούνι. Θυμωμένος ο πίθηκος του εκτόξευσε την κοπριά του.
12. Μπορείς να κατακτήσεις τον κόσμο πεθαίνοντας, αλλά δε θα κυβερνήσεις ποτέ. Γι' αυτό θα πρέπει να σκοτώσεις.
13. Ο γενναίος ανοίγει μια πόρτα στο άγνωστο. Ο σοφός στέκεται πίσω του. Ο ανόητος είχε ανοίξει την προηγούμενη πόρτα.
14. Αν ο θεός είχε χιούμορ, ο Χριστός θα είχε πεθάνει από πτώση πιάνου.
15. Πολλοί ηθικοί κανόνες είναι σαν τους Beatles: μάλλον ασήμαντοι, αλλά κανείς δε θέλει να το πει.

+16. Η προσβολή είναι μία μορφή τέχνης. Εκτός αν είναι προσβολή της τέχνης.

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Γκλορμπίλλες στην ομίχλη


Ήταν πάλι μαστουρωμένη. Έπρεπε να προσέχει παραπάνω. Το μύρο δεν προκαλούσε πολύ έντονο φαινόμενο στέρησης αλλά όταν τέλειωνε θα το νοσταλγούσε. Στο κάτω κάτω δεν είχε και πολλές χαρές η ζωή του φυγά για να σπαταλάει έτσι εύκολα τα ναρκωτικά της. Σκέφτηκε πως ίσως θα 'ταν πιο έξυπνο να 'χει μείνει με τους τρεις μάγους. Τους είχε του χεριού της και έμοιαζαν να ξέρουν που πηγαίνουν, αλλά δεν είχε σκοπό να παριστάνει τη λησταρχίνα μια ζωή. Ο Κασπάρ θα γύρναγε τα φεγγάρια ανάποδα για να βρει κι αυτήν και το φορτίο που του βούτηξε, αλλά σκόπευε να τον αφήσει με το πουλί στο χέρι. Αποκλείεται να την έψαχνε στο..που στο καλό πήγαινε; Τρέκλισε μέχρι τον υπολογιστή του σκάφους για να δει την πορεία που της είχε προτείνει. Στο δρόμο αναγκάστηκε να αποφύγει 3 φουγκουρίνους και να χάσει 2 λεπτά γελώντας σα βλαμμένη όταν κατάλαβε πως ήταν παραισθήσεις λόγω του μύρου. Όλοι ξέρουν πως οι φουγκουρίνοι κυκλοφορούν σε τετράδες.
-Κομπιούτερ, πες..
-Με λένε Γκνίχ.
-Γκνίχ, πες μου ξανά που πηγαίνουμε.
-...
-Γκνίχ, πες μου ξανά που πηγαίνουμε παρακαλώ.
-Θα βρισκόμαστε στον GCZV12-3B-54M σε λίγες ώρες.
-...
-Είναι γνωστός εδώ γύρω ως Σκατοβάλτος-2.
-Ακούγεται θαυμάσιο μέρος.
-Ω, δεν είναι τόσο άσχημο όσο ακούγεται. Διαθέτει έναν οικισμό πεντακοσίων κατοίκων και μερικές σκόρπιες φάρμες γκουγκουλέδων. Φαίνεται πως ευδοκιμούν. Λαμβάνοντας υπ' όψιν το φορτίο που έκλεψες, έχω φροντίσει να προσγειωθούμε στη ζούγκλα. Κάποιο υποτυπώδες τελωνείο θα έχουν.
-Μάλιστα. Και τι προτείνεις να κάνουμε;
-Θα πας στην πόλη και θα φέρεις 2 φιάλες Klein καύσιμα. Μετά μπορούμε να πάμε στον Τζορλούκας να με πουλήσεις σ' ένα σοβαρό ιδιοκτήτη να ηρεμήσω και να χρησιμοποιήσεις τα λεφτά για να μαστουρώνεις όσο θες.
-Μιλώντας για λεφτά, πώς θα πληρώσω τα καύσιμα;
-Με μύρο, βέβαια. Εκτός αν προτιμάς να...*γκουχ γκουχ*
-Τι; Α..με κάποιον βλάχο ενός κόσμου γνωστού ως Σκατοβάλτος; Να μου λείπει. Καλύτερα με το βασιλιά Ηρώδη. Δεν είμαι τόσο εθισμένη.
Πολλές φορές είχε αναρωτηθεί ποιός είχε τη φαεινή ιδέα να δώσει προσωπικότητα στους υπολογιστές των σκαφών. Ήταν όλοι εριστικές ψωνάρες, αλλά ήταν φτιαγμένοι ακριβώς γι' ανθρώπους σαν τη Μαρία - Μαριάμ μάλλον, μόνο ο δικέφαλος γεροτράγος την αποκαλούσε Μαρία. Άσχετους με την πλοήγηση που αν τους έδιναν το πηδάλιο και τους πιο αναλυτικούς χάρτες και οδηγίες θα πέταγαν μέσα σε κάποιον ήλιο. Πήγε στην καμπίνα της να περάσει τις υπόλοιπες ώρες ως την προσγείωση ντίρλα. Αναγκάστηκε να σπρώξει έναν πορτοκαλί φουγκουρίνο για να κάνει λίγο χώρο στο κρεββάτι.
----
Ε, λοιπόν, ήταν σίγουρα ένας βάλτος. Γύρω απ' το νησάκι που είχε κατεβάσει ο Γκνίχ το πλοίο, και πέρα στην ανατολή ως εκεί που έφτανε το μάτι, εκτεινόταν ένα σκούρο αρρωστημένο πρασινογκρί έλος κάτω από τον απογευματινό συννεφιασμένο πρασινογκρί ουρανό. Από την άλλη πλευρά του νησιού το νερό έδινε γρήγορα τη θέση του στη ζούγκλα, και λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω φαίνονταν τα φώτα της μοναδικής πόλης του πλανήτη - της Νταγκομπάρα, πιο γνωστής ως Λασποβρώμας. Το νερό του βάλτου ήταν τόσο ανακατεμένο με ποιός-ξέρει-τι που ήταν μη νευτώνειο και περάσε περπατώντας προσεκτικά από πάνω. Για κάποιο μυστήριο λόγο της πέρασε για πρώτη φορά απ' το μυαλό ο γιος της που είχε ταΐσει στον Αζόρ φεύγοντας απ' την τρώγλη του Ιωσήφ.
Ο Γκνίχ την είχε διαβεβαιώσει πως τα μόνα επικίνδυνα ζώα του GCZV12-3B-54M βρίσκονταν στο άλλο ημισφαίριο, αλλά όταν περπατάς σε μια άγνωστη ζούγκλα νομίζεις πως ακούς διάφορα πράγματα. Πετάχτηκε κάμποσες φορές περνώντας μια κληματσίδα για φιδιόσαυρο, ενώ κάποια στιγμή της φάνηκε σα να άκουσε ένα ρυθμικό "τσομπ τσομπ", σαν τον ήχο που κάνει ένας ευχαριστημένος γκλορμπίλλας όταν μασουλάει γκουγκουλέδες. Αυτό ήταν φυσικά ανόητο. Οι γκλορμπίλλες ζούσαν μόνο στον Γκλορμπ και σε πλανήτες που ειδικεύονταν στην κτηνοτροφία - ο Σκατοβάλτος-2 σίγουρα δεν ήταν τέτοιος.
"Τσομπ τσομπ".
Πφφ. Οι γκλορμπίλλες έτρωγαν σχεδόν ό,τι κι αν τους έδινες, αλλά ποτέ δεν είχαν υπάρξει επιθετικοί. Ήταν μια  αταίριαστη παραίσθηση.

Η Λασποβρώμα δεν ήταν το πιο άσχημο χωριό που είχε δει ποτέ. Μάλλον οι Σκατοβάλτιοι είχαν μια τάση να παρουσιάζουν τα πράγματα πιο άσχημα απ' όσο είναι. Γκρινιάρηδες και μίζεροι. Κατευθύνθηκε προς το μικρό κοσμοδρόμιο όπου ήταν και το μόνο καυσιμάδικο. Ο καυσιμάς δεν έμοιαζε και πολύ με βλάχο ενός σκατοβάλτου. Ίσως να...όχι, δεν είχε χρόνο για βλακείες. Πήρε τις φιάλες Klein, του έδωσε 50 γραμμάρια μύρο κι έκανε να φύγει. Το ναρκωτικό ήταν νόμιμο, ανεξάρτητα αν το δικό της ήταν κλεμμένο. Ελάχιστα θα ένοιαζε τον υπάλληλο από που ήρθε.
Καθώς έβγαινε από την πόρτα, της φώναξε.
-Στάσου, γκουγκουλέδες!
-Ορίστε;
-Εε, εννοώ, πάρε κι αυτό το μπουκέτο. Δώρο. Λίγα λουλούδια ηρεμούν το μυαλό στα διαστρικά ταξίδια.
-Που να 'ξερες τι κατάφερε ο τελευταίος άντρας που μου χάρισε λουλούδια, είπε κλείνοντας του το μάτι και την πόρτα στη μούρη.
-Γκουγκουλέδες ήταν; τη ρώτησε απ' το παράθυρο.
-Ραδιενεργά κρίνα.

Γυρνώντας πίσω στο σκάφος, έκανε κάτι ασυνήθιστο: σκέψεις για το μέλλον. Ίσως θα έπρεπε να φροντίσει να
"τσομπ τσομπ"
"Χμουφ", ξεφύσησε προβληματισμένη. Ακουγόταν κοντά. Αποφάσισε να ρίξει μια ματιά. Πέρασε μέσα από μερικές αγκαθωτές κληματσίδες και βουρβουρόθαμνους και βρέθηκε σ' ένα μικρό ξέφωτο.
"Τσομπ τσομπ". Αυτό ήταν πέραν πάσης αμφιβολίας ένας γκλορμπίλλας που βοσκούσε χαρούμενος. Είχε δει πολλές φορές τον Αζόρ με αυτή την ευτυχισμένη έκφραση στη μουσούδα. Προς στιγμήν ανησύχησε πως αντί να αγοράσει καύσιμα είχε σνιφάρει μόνη της το μύρο. Απέρριψε γρήγορα την ιδέα και είπε με την τσιριχτή φωνή που χρησιμοποιούν από την αρχή του χρόνου οι άνθρωποι όταν μιλάνε σε γκλορμπίλλες ή ό,τι παρόμοιο είπε:
"Γειάααααα σουουουουου! Τι κάνειειειειεις; Τι κούκλος είσαι συ; Γούτσου γούτσου!".
Ο γκλορμπίλλας γύρισε ξαφνιασμένος. Με βλέμμα περίεργα προβληματισμένο γκάρισε μία παραλλαγή από ό,τι λένε συνήθως οι γκλορμπίλλες στους ανθρώπους:
"Γκλορμπ, γκλορμπ. Μιουμ νιουρ;". Ευχαριστημένος με τον εαυτό του απ' όσο καταλάβαινε η Μύριαμ, γούρλωσε τα μάτια και αναφώνησε "Γκλορμπ! Σνιοφ!" επιστρέφοντας στη βόσκη του.
Ήταν μπερδεμένη. Ποιός είχε φέρει γκλορμπίλλες στον GFM23...όχι, δεν ήταν αυτό..στον Σκατοβάλτο-2 τέλος πάντων; Απίθανο κάποιος από τους κατοίκους να είχε μπει στον κόπο να τον εισάγει για κατοικίδιο. Τα περισσότερα σπίτια που είχε δει δεν είχαν χώρο για τέτοιο ζώο. Ούτε τα ζώα ήταν χαρούμενα αν δεν υπήρχαν κι άλλοι γκλορμπίλλες κοντά.
Δεν είχε πάρει χαμπάρι ότι τα σκεφτόταν αυτά περπατώντας πάνω στο βάλτο. Ξαφνιασμένη, στάθηκε όρθια αποφεύγωντας να πέσει με τα μούτρα στα υγρά βρύα και σκαρφάλωσε στην όχθη.
Δίπλα στο πλοίο στεκόντουσαν ο υπάλληλος του καυσιμάδικου και δύο γκλορμπίλλες.
"Γκλορμπγκλόρμπ".
-Οι γκλορμπίλλες θέλουν να σου μιλήσουν.
-Φίλε, σνίφαρες όλη την πληρωμή σου;
"Σλιαρ, σλιαρ", φώναξε και της πήρε τ' αυτιά το ένα από τα δύο συμπαθή κτήνη.
-Οι γκλορμπίλλες, συνέχισε ο καυσιμάς, δε θέλουν να μαθευτεί η παρουσία τους εδώ. Αυτός είναι ο λόγος που έχουμε ονομάσει τον πλανήτη μας Σκατοβάλτο-2 - έτσι κι αλλιώς είναι άσχημο μέρος, έτσι όμως κανείς δε θέλει να έρθει εδώ.
-Καλά, δε θα το πω πουθενά. Σιγά τη φοβερή πληροφορία στο κάτω κάτω.
-Ο Μούρρμσλιακ λέει πως είσαι πρεζάκι. Τα πρεζάκια μιλάνε πολύ.
-Α, για να σου πω! Δεν είμαι εγώ αυτή που μιλάει με διαστημικές αγελάδες! Και να σκεφτείς πως..αρργκχρμφ!
Του πέταξε το μπουκέτο γκουγκουλέδων στη μούρη. Θα του πέταγε κάτι πιο επικίνδυνο αν είχε τη δυνατότητα.
Το δεύτερο ζώο, που ως τότε λαγοκοιμόταν δίπλα στο σκάφος, ανασηκώθηκε και πλησίασε για να φάει τα νόστιμα λουλούδια. Ο τύπος της έτεινε το χέρι
-Με λένε Ιάννι. Είμαι ο αγαπημένος μαθητής των γκλορμπίλλων.
-Ο Χριστός κι η Παναγία.
-Ποιοί είναι αυτοί;
-Δεν ξέρω, έτσι μου 'ρθε. Είμαι η Μαριάμ και νομίζω πως είσαι ηλίθιος.
-Ακολούθησε με, σε παρακαλώ. Αξίζει τον κόπο.
-Ουφ. Καλά. Περίμενε με εδώ Γκνίχ. Αν αργήσω πολύ, βομβάρδισε την πόλη.
Μάλλον απίθανο να πιστέψει κανείς ότι το σκάφος είχε κάποιο όπλο πιο εκλεπτυσμένο από το μεγάλο βραχίονα σε σχήμα μπουνιάς που ήταν στάνταρ εξοπλισμός για να σπρώχνεις αστεροειδείς εκτός πορείας.
Καθώς περπατούσαν στη ζούγκλα, ο Ιάννι άρχισε να της τσαμπουνάει διάφορες παλαβομάρες. Οι γκλορμπίλλες λέει, ήταν πολύ ανεπτυγμένο είδος, αλλά λόγω φυσιολογίας τους ήταν πολύ δύσκολο να κατασκευάσουν και να χρησιμοποιήσουν εργαλεία. Είχαν καταφέρει να φτιάξουν κάνα δυο διαστημόπλοια πριν πολύ πολύ καιρό και έτσι είχαν φτάσει στον GCZV12-3B-54M τον οποίο οι ίδιοι αποκαλούσαν Μιαμ-μιαμ. Όταν έφτασαν οι άνθρωποι στον Γκλορμπ, αποφάσισαν να συμβιβαστούν με το ρόλο του ζώου φάρμας. Το κρέας τους έτσι κι αλλιώς δεν τρωγόταν και όποιες προσπάθειες επικοινωνίας είχαν κάνει είχαν αποβεί άκαρπες οπότε κούνησαν αδιάφορα την ουρά τους και προσαρμόστηκαν. Ο Μούρρμσλιακ ήταν αυτός που είχε δει στο ξέφωτο. Το γκάρισμα του είχε ειδοποιήσει τους υπόλοιπους και ήρθαν να την προϋπαντήσουν. Δε θα 'χαν πρόβλημα, είπε, να την καλωσορίσουν στην κοινωνία τους, ή έστω, αν επιμένει να φύγει, ήθελαν να την πείσουν να προσέχει τα λόγια της για να μην της ξεφύγει τίποτα. Οι γκλορμπίλλες δεν είχαν όρεξη να επανανακαλυφθούν.
Τι μαλάκας. Και να σκεφτείς ότι παραλίγο να του την πέσει. Αλλά κάπου θα έβρισκε μια πέτρα να του ανοίξει το κεφάλι στα δύο και μετά θα έφευγε. Με λίγη τύχη θα έπαιρνε πίσω και τα 50 γραμμάρια μύρο που του είχε δώσει.
Την οδήγησε σε μια σπηλιά. Γκλορμπίλλες και πράσινοι φουγκουρίνοι. Σιγά που δεν καταλάβαινε τι ήθελε ο Ιάννι. Κάποια τρύπα θα υπήρχε όμως να τον πετάξει μέσα.
Πέρασαν από ένα στενό άνοιγμα. Ήταν έτοιμη να του λιώσει το κεφάλι στο βράχο όταν είδε πως μπροστά της εκτεινόταν μία τεράστια θολωτή αίθουσα. Εκεί μέσα κυκλοφορούσαν κάμποσοι γκλορμπίλλες. Ένας από αυτούς οδηγούσε κάποιου είδους γιγάντιο γκλορμπιλλοπατίνι. Ένας άλλος σκάλιζε κάτι σε ένα κουτί με άμμο με τα κέρατα του. Έξυσε το κεφάλι της με αμηχανία. Κοίταξε τον Ιάννι. Όπως τόσο συχνά έκανε στην αλλοπρόσαλλη ζωή της, άλλαξε γνώμη. Ίσως άξιζε τον κόπο να δώσει μια ευκαιρία σε αυτόν τον καυσιμά και το περίεργο κοπάδι των γκλορμπίλλων. Έβγαλε μια τζούρα μύρο, πρόσφερε λίγο στον άνθρωπο που ήταν έτοιμη να δολοφονήσει πριν 10 δευτερόλεπτα και του χαμογέλασε πονηρά.


Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

κεφάλαιο 0.5

 (προηγούμενο: post 12/11/2010)


Δίπλα στο δρόμο βρισκόταν ένα μισοφαγωμένο πτώμα. Άντρας, απροσδιόριστης ηλικίας. Έμοιαζε λίγο με τον Έζρα Πάουντ.
"Σατράπη, είναι η σειρά σου να ψάξεις τις τσέπες του πεθαμένου". Του πήρε λίγη ώρα να καταλάβει πως η Θεά του Βουνού μιλούσε σ' αυτόν. Φυσικά δεν την λέγανε Θεά του Βουνού περισσότερο απ' ότι το δικό του όνομα ήταν Σατράπης. Είχαν αποφασίσει πως δεν υπήρχε ιδιαίτερος λόγος να κρατήσουν τα παλιά τους ονόματα και είχαν διαλέξει καινούρια. Για κάποιο απροσδιόριστο λόγο, του άρεσε η λέξη Σατράπης. Του είχε φανεί πάντως πιο έξυπνη η δική του ιδέα από της Θεάς. Δε της το είχε πει βέβαια. Έμοιαζε το είδος της γυναίκας που μπορούσε να τον δείρει. Ο τρίτος τύπος που ήταν μαζί τους δεν είχε εκδηλώσει κανένα ενδιαφέρον ή προτίμηση και τον βάφτισαν μόνοι τους Σταλλόνε. Με το στρατιωτικό παντελόνι, το αμάνικο και το ανέκφραστο βλέμμα έμοιαζε λογικό.

Πλησίασε το πτώμα του Έζρα και το σκούντηξε λίγο με τη Λόγχη της Δίκης. Φυσικά δεν ήξερε κανείς άλλος πως έτσι αποκαλούσε τον σκουριασμένο σωλήνα με το σουγιά που είχε δέσει στην άκρη. Μάλλον θα τον άρχιζαν στις κλωτσιές αν τους το 'λεγε.
Ο νεκρός ήταν νεκρός. Δεν είχε τύχει ποτέ να διαμαρτυρηθούν για τα σκουντήγματα αλλά δεν ξέρεις ποτέ. Στις τσέπες του είχε μόνο ένα βιβλίο με ποιήματα. Δεν ήταν του Πάουντ. Δεν βοηθούσε και πολύ.
 Γύρισε πίσω. "Τζίφος", ανήγγειλε. Η αλήθεια είναι ότι δεν έβρισκαν συχνά κάτι χρήσιμο στα πτώματα. Ήταν επίσης αλήθεια πως ήταν πιο εύκολο να βρεις κάτι στις πόλεις. Οι περισσότερες όμως είχαν ακόμη κατοίκους, συνήθως πια οργανωμένους σε κάποια ολιγαρχία. Σαν η καταστροφή να είχε αποκαλύψει πως κάθε ανθρώπινη κοινωνία αποτελείται κατά βάση από εγωιστές χωριάτες. Έτσι τις απέφευγαν, εκτός αν ήταν ανάγκη.
"Κοντεύουμε", είπε ο Σταλλόνε χωρίς να απευθύνεται κάπου συγκεκριμένα. "Μέχρι αύριο το πρωί θα 'μαστε εκεί". Το "εκεί" ήταν ασαφώς προσδιορισμένο. Ή μάλλον δεν του είχαν πει αυτού που πάνε. Οι άλλοι δύο φαίνονταν να ξέρουν κάτι παραπάνω.
Καμιά φορά σκεφτόταν πως ίσως ο Σταλλόνε ήταν κλόουν, ή κωμικός κάποτε, και ο πυρηνικός χειμώνας τον έκανε γκρι και μουρτζούφλη. Η αλήθεια ήταν πως ο Σταλλόνε ήταν πάντα έτσι, αλλά ο Σατράπης δεν ήξερε πολλά.

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

Συνταγοσυγγράφιο 2.3: Στο στόμα της τρέλλας, μέρος Γ'

Χοχο, να 'μαστε πάλι. Αυτή η τρίτη κατηγορία ιστοριών μυθολογίας Κθούλου, θα αφορά τον Παράτολμο Εξερευνητή (Π.Ε.). Αρχικά θα ήταν για τον τ.π.π.η.α.τ.π. (βλ. 2.1) αλλά σκέφτηκα πως μάλλον το αποτέλεσμα θα έμοιαζε πολύ με τον Η.Κ. (2.1 πάλι).
------------------------
Ο Π.Ε. είναι ένα υβρίδιο Ιντιάνα Τζόουνς και Ηρακλή Πουαρό. Ανακαλύπτει πράγματα που ποτέ κανείς πριν απ' αυτόν δεν πρόσεξε και έχει την αφάνταστη ατυχία να προσελκύει τη συμφορά.
Ο Π.Ε. μπορεί να εξερευνά ζούγκλες, την Ανταρκτική, τις σπηλιές του Άρη ή την έρημο Γκόμπι μόνος του. Μπορεί όμως να διαθέτει και μία όσο το δυνατόν μικρή και ανεξάρτητη (προς θεού, μην μάθει κανείς την φοβερή μας ανακάλυψη!) αναλώσιμη ομάδα.
Δε χρειάζεται ιδιαίτερη εξοικείωση με τα προηγούμενα για να αντιληφθεί κανείς πως ό,τι κι αν ανακαλύψει ο Π.Ε. είναι ασύλληπτης αρχαιότητας (Α.Α.) και ανήκει
α. σε έναν ξεχασμένο πολιτισμό (Ξ.Π.) που σβήστηκε από τα κατάστιχα της ιστορίας - ταιριαστό για χαμένη πόλη σε έρημο, νησί εκτός χάρτη (νεχ), δευτερευόντως σε ζούγκλα. Προφανώς οι σπηλιές του Άρη είναι αλλουνού ιεροφάντη καταραμένος τόμος.
β. σε έναν προανθρώπινο πολιτισμό εξωγήινων (Π.Π.Ε.) (ζούγκλα, Ανταρκτική, νεχ).
γ. σε μία ξεχασμένη ιστορική  περίοδο γνωστού πολιτισμού. Εδώ η Α.Α. έγκειται μάλλον στο ότι οι άτυχοι Σουμεροαιγυπτοχετταίοι χτίσανε το ζιγκουράτ τους πάνω σε μία περίπτωση α. ή β.

Αρχικά, η ανακάλυψη του Α.Α. Ξ.Π. (από δω και μπρος γενικά για κάθε α., β. ή γ. θα λέμε Ξ.Π.) από τον Π.Ε. αντιμετωπίζεται με το πρέπον δέος και ενθουσιασμό. Σημειωτέον πως γενικά η ιστορία διαδραματίζεται αρκετές δεκαετίες πίσω ώστε να μην tweetαρει αμέσως την ανακάλυψη.
Ενθουσιασμένος από την φανταστικότητα του, ο Π.Ε. και η τυχούσα αδαής ομάδα (α.ο.) του κάνει ότι θα 'κανε οποιοσδήποτε πρωταγωνιστής ιστορίας τρόμου. Ορμάει αμέσως στα Σκοτεινά Τούνελ (Σ.Τ.). Τα Σ.Τ. βρίσκονται προφανώς κάτω από ένα βωμό με ξεραμένο αίμα (έστω χιλιάδων ετών), σε μία καταπακτή, κατιτίς τέλος πάντων. Εξοπλισμένος με πυρσούς, σαφώς χωρίς GPS ή Χανσέλια ψίχουλα και ίσως κάνα πιστόλι, ο Π.Ε. και η α.ο. κατεβαίνουν και κατεβαίνουν ατέλειωτα σκαλιά και διαδρόμους γεμάτους τερατώδη ιερογλυφικά (Τ.Ι.). Παρά το γεγονός πως τα Τ.Ι. είναι μία πανάγνωστη και εκπληκτικά νεκρή γλώσσα, είτε ο Π.Ε. είτε ένα μέλος της α.ο. μπορούν να συγκροτήσουν μία πρόχειρη μετάφραση, επειδή έτυχε να έχουν διαβάσει κάποιον κατά τα άλλα τρομερά σπάνιο Απόκρυφο Τόμο (Α.Τ.) (που όπως θα έχεις παρατηρήσει τρομοκρατημένε αναγνώστη, είναι κάτι σα μπαλαντέρ). Τα Τ.Ι. αναφέρονται σε κάποιο φοβερό θεό-τέρας ή κάποια φοβερή ράτσα τεράτων (ανάλογα α. ή β.) που κυβερνούσε κάποτε την πόλη. Κάνοντας μερικά φιλολογικά σχόλια για την έλλειψη πρωτοτυπίας ή το αντίθετο και αγνοώντας τυχόν προειδοποιητικές επισημάνσεις, ο Π.Ε. συνεχίζει να κατεβαίνει ανέμελος στα τρίσβαθα της κόλασης.
-παράδειγμα 1
..φαίνεται πως οι αρχαίοι Σιχαμέκοι που ζούσαν εδώ είχαν υιοθετήσει τη λατρεία του Ζβιλπόγκουα από τους προηγούμενους χαμένους κατοίκους της Φταγκνούπολης. Ο Εξπλόρους Ρεκλέσιους σκέφτηκε πως η καταστροφή και το θάψιμο της πόλης από τους υπόλοιπους Σιχαμέκους δεν ήταν παράξενη αντίδραση μπροστά σε μία τέτοια φρικαλέα λατρεία. Καθώς έμπαινε σε μία νέα αίθουσα παρατήρησε μία επιγραφή που δεν μπορούσε να μεταφράσει πλήρως...έβγαζε μόνο τις λέξεις "Ζβιλπόγκουας, καταβροχθίσει, αθάνατος". Δε βαριέσαι. Το σημαντικό ήταν να βρει την πηγή αυτού του ανησυχητικού ήχου που έμοιαζε με σουρσίματα πλοκαμιών..

 Όπως φαίνεται και από το παράδειγμα 1, πάντα υπάρχει ένας ανησυχητικός ήχος σουρσίματος.
Όταν κάποτε ο Π.Ε. φτάσει σε μία μεγάλη αίθουσα με μία μεγάλη πόρτα ή κάτι τέτοιο, κάνει ότι χρειάζεται για να προχωρήσει η ιστορία. Την ανοίγει, παρότι μυρίζει φρεσκοσαπισμένο κρέας, πτωματίλα κλπ. Από μέσα ξεπηδά, ή μάλλον έρπεται άγαρμπα, η προανθρώπινη φρίκη (Π.Φ.). Τώρα βέβαια, πρέπει να επισημάνουμε πώς στην περίπτωση που ο Ξ.Π. είναι Π.Π.Ε., δεν είναι απαραίτητα κακός και η Π.Φ. είναι μάλλον κάποιος πρώην σκλάβος ή γενετικό πείραμα, so to speak, των εξίσου με τον φίλο μας εξωγήινων Π.Ε.
Τρελλαμένος από φόβο ο Π.Ε., αφού πεθάνει η τυχούσα α.ο. του, βρίσκει μυστηριωδώς και στα τυφλά (ο πυρσός σβήνει) το δρόμο για την έξοδο.
-παράδειγμα 2
..ο σπλαχνικός Θεός έκανε τον πυρσό να σβήσει πριν ο Εξπλόρους δει την απαίσια μορφή του Ζβιλπόγκουα που είχε κάνει τους ιερείς των Σιχαμέκων να θάψουν κάθε ανάμνηση της λατρείας του..

Βγαίνοντας, για μη απόλυτα σαφείς λόγους,  η χαμένη πόλη ξαναθάβεται κάτω από την άμμο, το άρτι αναδυθέν νησί ξαναβυθίζεται και η σπηλιά σφραγίζει από κατολίσθηση. Ο Π.Ε. ξεφεύγει με τα λογικά του χαμένα και επιζεί τουλάχιστον ώσπου να αφηγηθεί σε Φλας-Μπακ την ιστορία στον διασώστη καπετάνιο / καμηλιέρη, κλπ. Μετά ή πεθαίνει ή ζει έχοντας κάποιο ανησυχητικό σημάδι πως it ain't over yet (το national geographic κανει αφιέρωμα στους Σιχαμέκους παρά τις προειδοποιήσεις μου!).
Προσθήκες κακών ιθαγενών ή απαγωγής από τους όχι ακριβώς κακούς Π.Ε. του Π.Π.Ε. είναι δυνατές.

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

4+1 Προτάσεις για τον Ρεφορμισμό της Ορθόδοξης Εκκλησίας (+εικόνα)

1. Η πρώτη εντύπωση είναι το παν. Είναι αδύνατον να πάρεις σοβαρά ένα μέλος του κλήρου της εκάστοτε θρησκείας όταν η -επίσημη ή nickname-ονομασία του είναι σούπερ ξενέρωτες λέξεις όπως "πάτερ", "αρχιμανδρίτης", "γέροντας", "ποιμήν" κλπ. Σα να κάναν διαγωνισμό για την ονοματοδοσία με κριτική επιτροπή αυτούς που διάλεξαν για μασκότ το Φοίβο και την Αθηνά και τον Tuomas Holopainen...
Μόνη λύση η απευθείας ανάθεση. Μόνη λύση η μετονομασία των παπάδων σε "ΙΕΡΟΦΑΝΤΕΣ". Όσο για τα ανώτερα αξιώματα ας παραδεχθούν το αλάθητο της αποδοχής του πολύ κουλ "καρδινάλιου". Προσθέτοντας ίσως και 2-3 λέξεις: π.χ. "Καρδινάλιος της 4ης Πύλης". Δεν χρειάζεται να υπάρχει 4η πύλη, απλώς συγκρίνετε με "μητροπολίτης Αμαλιάδας".
Το ίδιο ισχύει και για τις προσφωνήσεις: Μακαριότατος;;;;; Σεβασμιότατος;;;;;; Σα να λες "Χαρούμενος" και "πολύ γέρος". Απαραίτητη η αντικατάσταση με "Πανίσχυρος" και "Μεγαλειώδης"

2. Οι στολές. Το στυλ "μάγος / άγριος του δάσους" έχει πέραση, αλλά όλο το συνολάκι χαλάει από την steampunk καπελαδούρα του Αβραάμ Λίνκολν. Ένα έξοχο αξεσουάρ που όμως δεν κολλάει στον ιεροφάντη-τρελλό ξυλοκόπο του μέλλοντος. Πόσο περισσότερο θα ταίριαζε ένα κρανίο-κράνος ή ένα ακάνθινο στεφάνι κατά το παράδειγμα του s&m Ιησού! Τα άμφια προφανώς φεύγουν για να έρθει κάποιου είδους αλυσιδωτή πανοπλία ή τα τομάρια των εχθρών.
Ως visual aid, αναγνώστη, φαντάσου αυτές τις μετατροπές στον πατέρα Μάξιμο.

3. Το Μυστήριο της θείας κοινωνίας. Το στοιχείο του καννιβαλισμού παρουσιάζει ενδιαφέρον. Για άλλη μια φορά όμως οι πατέρες της εκκλησίας (σύγκρινε με "οι Ιεροφάντες του Υπερπέραντος") πήραν λάθος στροφή στην Αλμπουκέρκη. Αντί να τρώνε τα παιδάκια τη σάρκα και να πίνουν το αίμα του Χριστού δε θα 'ταν πολύ πιο ενδιαφέρον να ταΐζουν οι Ιεροφάντες παιδιά το Χριστό; Προτείνω: τη δημιουργία καταπακτής σε σχήμα "χάσκων στόμα Ιησού" σε κάθε ναό όπου θα ρίχνονται οι λιλιπούτειοι πιστοί.

4. Εικόνες:
4Α. Η εκδίκηση του εικονοκλάστη: Οι άδειοι τοίχοι του ναού δημιουργούν ένα αίσθημα κενού και ανωνυμίας που εντείνει το αίσθημα απειλής και πανταχού παρουσίας του θεού εξυψώνοντας τον σε επίπεδο Αlien (πρόσεξε τη συμβατότητα με την άμωμο σύλληψη μέσω facehugger).
4Β. Το Graphic Novel: Πέραν της αισθητικής τους φρικτής ασχήμιας, οι τωρινές αγιογραφίες δεν έχουν και κανένα νόημα: ένα σωρό ίδιοι άγιοι που στέκονται σα χάνοι κρατώντας πότε μια συνταγή μακαρονάδας, πότε μια μαγκούρα, που και που ποζάροντας θηλυπρεπώς με ένα σπαθί (*εξαιρείται ο άγιος Γεώργιος που απεικονίζεται στη γενναία πράξη δολοφονίας ενός δράκου σε μέγεθος πεκινουά).
Λαμβάνοντας υπ' όψιν πως ο μέσος θαμώνας είναι γέρος και αγράμματος, ας μορφωθεί για το περιεχόμενο της βίβλου μέσω καλαίσθητων και γουστόζικων εικόνων: Τον θεό να σκοτώνει τα μωρά των αιγυπτίων. Τον Δαβίδ να κόβει τα π****α των Φιλισταίων. Τον τύπο που στέλνει μια αρκούδα να σκοτώσει τα παιδιά που κορόϊδευαν τη φαλάκρα του. Τον μόνο καλό άνθρωπο στα Σόδομα Λωτ να πηδάει τις κόρες του. Ακόμα ακόμα τον ευαγγελισμό στην εκδοχή 4Α. Παίζω και μαθαίνω.

5. Τα θάυματα. Αντί για εικόνες που κλαίνε και γιατρεύουν ασθένειες και νεκρούς που δε σαπίζουν, γιατί όχι εικόνες που γελάνε καθώς προκαλούν ασθένειες στους εχθρούς σας και ζωντανούς που σαπίζουν;


Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

Κάλεβαλα: μια αληθινή μετάφραση

Ι. Μνηστήρες της Σάριόλα

Στην κόρη πάει ο Βάϊναμοϊνεν να δείξει τα προικιά του
πώς τραγουδιέται ο "Διγενής", πώς κυνηγιέται η πάπια
Μα κείνη φόραγε see-through και του 'πεσε η λύρα
Απο τη θήκη τους γκρεμίστηκαν τα κοφτερά τα βέλη
Κι από το χέρι του έπεσε και το μακρύ κοντάρι
"Γερο-μουζίκε", του αποκρίθηκε, "καμιά δε θα σε πάρει,
'τι 'σαι λυσσάρης εραστής, κι οι πάπιες σου ξεφεύγουν
κι αν το τραγούδι σου καλό, το "Λόχενγκριν" δε το 'χεις".*
Από τη θέση του πετάχτηκε ο Σιδερο-μουτζούρης
ο Ίλμαρινεν πήρε σειρά, σε γάμο τη ζητάει
Στη Σάριολα να δείξει πώς φτιάχνεται το Σάμπο
Με το σφυρί κοπάναγε και τον τροχό γυρνούσε
και ξέρναγε το Σάμπο του, και βγαίναν τα χρυσάφια
Μα κείνη χασμουριότανε, και ζήταγε διαμάντια
"Αλί, αλί και Πέρκελε, μωρή βρωμο-Σαριόλα,
Το Σάμπο δε το έφτιαξα παντόφλα για να τρώω"
Κι έτσι τη διαολόστειλε, το Σάμπο το μαζεύει
Στην ψεύτικη γυναίκα του εγύρισε και πάλι.
Τοτ' έτσι εμφανίστηκε ο ξακουστός ο Λέμμυ
Που 'χε του Χέντριξ την πενιά και του Λεπρού τη μούρη**
Στα πόδια της εξάπλωσε τον Άσσο τον Μπαστούνι
Και την κιθάρα του έπαιξε, και το τρανό μουστάκι
την άφησε να χάσκει, κρέμεται το σαγόνι.
Κάθε του νότα οργασμός, κάθε ελιά και φρίκη.
"Πανάσχημε μουστακαλή, το χέρι μου σου δίνω
Δε θέλω Σάμπο, θησαυρούς, δε θέλω τα χρυσάφια,
Ούτε το γέρο-Βάϊναμοϊνεν που κλαίεται στη γωνία***
Παντρέψου με στην εκκλησιά, και με παππά τον Όζζυ,
Κι αν μοιάζεις με εξάμβλωμα, σακκούλα σου φοράω"

* (κι αν το τραγούδι σου καλό, δεν είσαι Παβαρόττι)
** (Που 'χε του Χέντριξ την πενιά κι απ' Το Νησί τον φέραν)
*** (Ούτε το γέρο-Βάϊναμοϊνεν που κλαίει σε μια γωνίτσα)

ΙΙ. Βάϊναμοϊνεν & Κούλερβο

Γυρνά ο Βάϊναμοϊνεν από τη μακρινή τη χώρα
Κι από τη λίμνη σαν περνά, τον Κούλερβο σαν είδε
Από μακρυά τον χαιρετά κι από κοντά του λέει
"Καλά, μαλάκα, Κούλερβο, δε ντρέπεσαι λιγάκι;
60 χρόνια ορφανός, φτύσε πια την πιπίλα
Άσε τη λούτρινη αλεπού, δώστη στην ανηψιά σου
Σε βλέπουνε στην παιδική χαρά, τρομάζουν οι γιαγιάδες.
Κι εγώ ό,τι κάνω πάει στραβά, να, βλέπεις, τις προάλλες,
Εκίνησα για το Βορρά, τη μακρινή Ποχγιάλα
Σε γάμο να ζητήσω την όμορφη Σαριόλα
Της Λόουχι κόρην έμορφη, τα πόδια της δυο μέτρα.
Κι ένα τραγούδι νυφικό γι' αυτήναν είχα γράψει
Να της το πω σαν τηνε δω, να της το τραγουδήσω
Μα 'κείνη φόραγε see through κι έχασα τη λαλιά μου
Κι αντί για Νέσουν Ντόρμα, ούτε να κακαρίσω!
Έτσι την πάτησα εγώ, ο μέγας τροβαδούρος,
Μα σαν και σένα, Κούλερβο, άλλον δεν ματαείδα!
Σαράντα χρόνια φούρναρης, με φούρνο FISHER-PRICE
Κι αν πέθανε η μάνα σου, περάσαν χίλια χρόνια
Κι αν πέθανε ο πατέρας σου, περάσαν δυο αιώνες
Σταμάτα πια να κλαίγεσαι, ασπρίσαν τα μαλλιά σου
Όσα σου μείναν δηλαδή, γιατί 'σαι και καράφλας.
Πέτα την κουδουνίστρα σου, πέτα το μπιμπερό σου
Και τράβα στον Ιλμάρινεν, να βρεις δουλειά μουτζούρη”
Αυτά είπε ο Βάϊναμοϊνεν και του καλοξηγιέται
«Δεν έχεις λάθος Γέροντα, καλά τα συλλογιέσαι
και τα ‘πες και τραγουδιστά τα πάνσοφα σου λόγια.
Πάρε τη λούτρινη αλεπού, πάρε την πυτζαμούλα
Πάρε το Στρουμφοσέντονο και τα μπαλοζωάκια
Δωσ’τα  σε κάνα ορφανό που δεν έχει γεράσει
Κι άσε το φτωχο-Κούλερβο να παίξει με το κύμα»
Πήρε τη λούτρινη αλεπού, πήρε την πυτζαμούλα
Πήρε το Στρουμφοσέντονο και τα μπαλοζωάκια
Και σαν εχάθη ο Βάϊναμοϊνεν, ο πολυπαινεμένος,
Βγάζει ο Κούλερβο ένα Γκλόκ, τινάζει τα μυαλά του.