Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

κεφάλαιο 0.5

 (προηγούμενο: post 12/11/2010)


Δίπλα στο δρόμο βρισκόταν ένα μισοφαγωμένο πτώμα. Άντρας, απροσδιόριστης ηλικίας. Έμοιαζε λίγο με τον Έζρα Πάουντ.
"Σατράπη, είναι η σειρά σου να ψάξεις τις τσέπες του πεθαμένου". Του πήρε λίγη ώρα να καταλάβει πως η Θεά του Βουνού μιλούσε σ' αυτόν. Φυσικά δεν την λέγανε Θεά του Βουνού περισσότερο απ' ότι το δικό του όνομα ήταν Σατράπης. Είχαν αποφασίσει πως δεν υπήρχε ιδιαίτερος λόγος να κρατήσουν τα παλιά τους ονόματα και είχαν διαλέξει καινούρια. Για κάποιο απροσδιόριστο λόγο, του άρεσε η λέξη Σατράπης. Του είχε φανεί πάντως πιο έξυπνη η δική του ιδέα από της Θεάς. Δε της το είχε πει βέβαια. Έμοιαζε το είδος της γυναίκας που μπορούσε να τον δείρει. Ο τρίτος τύπος που ήταν μαζί τους δεν είχε εκδηλώσει κανένα ενδιαφέρον ή προτίμηση και τον βάφτισαν μόνοι τους Σταλλόνε. Με το στρατιωτικό παντελόνι, το αμάνικο και το ανέκφραστο βλέμμα έμοιαζε λογικό.

Πλησίασε το πτώμα του Έζρα και το σκούντηξε λίγο με τη Λόγχη της Δίκης. Φυσικά δεν ήξερε κανείς άλλος πως έτσι αποκαλούσε τον σκουριασμένο σωλήνα με το σουγιά που είχε δέσει στην άκρη. Μάλλον θα τον άρχιζαν στις κλωτσιές αν τους το 'λεγε.
Ο νεκρός ήταν νεκρός. Δεν είχε τύχει ποτέ να διαμαρτυρηθούν για τα σκουντήγματα αλλά δεν ξέρεις ποτέ. Στις τσέπες του είχε μόνο ένα βιβλίο με ποιήματα. Δεν ήταν του Πάουντ. Δεν βοηθούσε και πολύ.
 Γύρισε πίσω. "Τζίφος", ανήγγειλε. Η αλήθεια είναι ότι δεν έβρισκαν συχνά κάτι χρήσιμο στα πτώματα. Ήταν επίσης αλήθεια πως ήταν πιο εύκολο να βρεις κάτι στις πόλεις. Οι περισσότερες όμως είχαν ακόμη κατοίκους, συνήθως πια οργανωμένους σε κάποια ολιγαρχία. Σαν η καταστροφή να είχε αποκαλύψει πως κάθε ανθρώπινη κοινωνία αποτελείται κατά βάση από εγωιστές χωριάτες. Έτσι τις απέφευγαν, εκτός αν ήταν ανάγκη.
"Κοντεύουμε", είπε ο Σταλλόνε χωρίς να απευθύνεται κάπου συγκεκριμένα. "Μέχρι αύριο το πρωί θα 'μαστε εκεί". Το "εκεί" ήταν ασαφώς προσδιορισμένο. Ή μάλλον δεν του είχαν πει αυτού που πάνε. Οι άλλοι δύο φαίνονταν να ξέρουν κάτι παραπάνω.
Καμιά φορά σκεφτόταν πως ίσως ο Σταλλόνε ήταν κλόουν, ή κωμικός κάποτε, και ο πυρηνικός χειμώνας τον έκανε γκρι και μουρτζούφλη. Η αλήθεια ήταν πως ο Σταλλόνε ήταν πάντα έτσι, αλλά ο Σατράπης δεν ήξερε πολλά.