Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2012

Πρόλογοεπίλογος και κεφάλαιο 0.5, αναθεωρημένα και με αποφασισμένη μέσω πυξίδας πευκοβελόνων κατεύθυνση

(μετά από πολύ καιρό αποφάσισα να ξαναπιάσω το Primum Opus μου - ή Opus Primum για τους φαν-ρομπότ)
--------------



"Ε, λοιπόν, να κάτι που δε βλέπεις κάθε μέρα", σκέφτηκε εντυπωσιασμένος ο κύριος Γουρούνης. Αφού λοιπόν έμεινε έκπληκτος από την ομολογουμένως αφύσικη αντίδραση του, πέρασε το υπόλοιπο ενάμιση περίπου δευτερόλεπτο ζωής που του απέμενε προσπαθώντας να θυμηθεί ποιός στο διάολο του είχε κολλήσει το ανόητο αυτό παρατσούκλι, και γιατί. Πρόλαβε μάλιστα να αναλογιστεί πως μάλλον δεν έχει και τόση σημα.... πριν γίνει ένα από τα πρώτα θύματα του πολέμου.



-------------

-Θα σε πείραζε να μην κοιτάς τα βυζιά μου;
-...χμ;
-Λέω, κοιτάς τα βυζιά μου εδώ και μισό λεπτό.
-Μμ, όχι, με συγχωρείς, όχι, στην πραγματικότητα κοιτούσα πέρα από σένα, στο άδειο και αβέβαιο μέλλον μου.
Η πωλήτρια έμεινε σιωπηλή. Η έκφραση της δεν ήταν ιδιαίτερα συμπονετική. Ίσως επειδή το βλέμμα του έμενε εστιασμένο στο ίδιο σημείο.
-Εε, ορίστε. Κράτα τα ρέστα.

Το μέλλον είχε αποδειχτεί εξαιρετικά αβέβαιο, ίσως και άδειο κατά μία έννοια, αλλά σίγουρα ήταν γεμάτο εκπλήξεις. Οι περισσότεροι θα τις χαρακτήριζαν δυσάρεστες, όμως οι περισσότεροι δεν ήταν πια σε θέση να εκφέρουν γνώμη. "Στο κάτω κάτω, το τέλος του κόσμου είναι μια ευκαιρία για μια καινούρια αρχή", συλλογίστηκε πριν αντιληφθεί πως αυτή η σκέψη ήταν ελαφρώς ηλίθια. Προς στιγμήν αναρωτήθηκε αν η πωλήτρια με τα μεγάλα βυζιά είχε επιβιώσει. Μια φωνή τον έβγαλε από τις σκέψεις του:
"Ουφ, κάθε μέρα τα ίδια σκατά βλέπουμε."

-------------
κεφάλαιο 0.5


Δίπλα στο δρόμο βρισκόταν ένα μισοφαγωμένο πτώμα. Άντρας, απροσδιόριστης ηλικίας. Έμοιαζε λίγο με τον Έζρα Πάουντ.
"Σατράπη, είναι η σειρά σου να ψάξεις τις τσέπες του πεθαμένου". Του πήρε λίγη ώρα να καταλάβει πως η Θεά του Βουνού μιλούσε σ' αυτόν. Φυσικά δεν την λέγανε Θεά του Βουνού περισσότερο απ' ό,τι το δικό του όνομα ήταν Σατράπης. Είχαν αποφασίσει πως δεν υπήρχε ιδιαίτερος λόγος να κρατήσουν τα παλιά τους ονόματα και είχαν διαλέξει καινούρια. Για κάποιον απροσδιόριστο λόγο, του άρεσε η λέξη Σατράπης. Του είχε φανεί πάντως πιο έξυπνη η δική του ιδέα από της Θεάς. Δε της το είχε πει βέβαια. Έμοιαζε το είδος της γυναίκας που μπορούσε να τον δείρει. Ο τρίτος τύπος που ήταν μαζί τους δεν είχε εκδηλώσει κανένα ενδιαφέρον ή προτίμηση και τον βάφτισαν μόνοι τους Σταλλόνε. Με το στρατιωτικό παντελόνι, το αμάνικο και το ανέκφραστο ράθυμο βλέμμα έμοιαζε λογικό.

Πλησίασε το πτώμα του Έζρα και το σκούντηξε λίγο με τη Λόγχη της Δίκης. Φυσικά δεν ήξερε κανείς άλλος πως έτσι αποκαλούσε τον σκουριασμένο σωλήνα με το σουγιά που είχε δέσει στην άκρη. Μάλλον θα τον άρχιζαν στις κλωτσιές αν τους το 'λεγε.
Ο νεκρός ήταν νεκρός. Δεν είχε τύχει ποτέ να διαμαρτυρηθούν για τα σκουντήγματα αλλά δεν ξέρεις ποτέ. Στις τσέπες του είχε μόνο ένα βιβλίο με ποιήματα. "Φέρε κρασί". Δεν ήταν του Πάουντ. Ελάχιστα χρήσιμο.

Γύρισε πίσω. "Τζίφος", ανήγγειλε. Η αλήθεια είναι ότι δεν έβρισκαν συχνά κάτι χρήσιμο στα πτώματα. Τα περισσότερα είχαν περιέλθει στην ενοχλητική κατάσταση της νεκροσύνης επειδή κάποιος είχε ληστέψει τους πρότερους κατοίκους τους. Όσες κοινότητες είχαν απομείνει ανέπαφες είχαν επιστρέψει στο στάδιο της πόλης-κράτους, και ήταν έτοιμες να συμπεριφερθούν σαν αφιλόξενοι γεροκτηματίες σε τυχόντες επισκέπτες, οπότε τις περισσότερες φορές ήταν προτιμότερο να μένουν μακρυά. Το να πέσουν σε ληστές θα ήταν καθαρή ατυχία (ίσως σε μια επόμενη ζωή να αποδειχτείς λιγότερο γρουσούζης, Έζρα), και η ομάδα τους πρέπει να έμοιαζε δύσκολος στόχος - αν και όχι λόγω της Λόγχης.
Είχε αρχίσει να βραδιάζει. Απομακρύνθηκαν από τον κάποτε αυτοκινητόδρομο και κατασκήνωσαν στη μέση μιας έκτασης που ίσως είχε υπάρξει χωράφι. Μια αγελάδα μασουλούσε χαρωπά αγριόχορτα λίγο μακρύτερα. Ο κίνδυνος το κρέας τους να είναι μολυσμένο με ποιός-ξέρει-τι είχε οδηγήσει τα συμπαθή βοοειδή σε μία ημιελεύθερη κατάσταση. Ευτυχώς για τους περιπλανώμενους ταξιδιώτες η πρόοδος που είχε γίνει στον αντιβιολογικό πόλεμο ήταν σχεδόν το ίδιο γρήγορη με την ανάπτυξη όπλων και τα απομεινάρια της ήταν ο καλύτερος φίλος του όποιου επιζήσαντα. Ο Σταλλόνε άπλωσε το χέρι στο σακίδιο και έβγαλε μία κατσικότα έτοιμη για ψήσιμο. Την έριξε στη φωτιά που είχε ανάψει η Θεά του Βουνού φροντίζοντας να φυλάξει τα μικρά, λεπτά κέρατα της που χρησίμευαν σαν οδοντογλυφίδες, πηρούνια, ή στη δική του περίπτωση, βλήμματα για την αυτοσχέδια βαλλίστρα του. Ο Σατράπης ήθελε να πιστεύει πως κάποτε ο Σταλλόνε ήταν κλόουν και η μουρτζούφλα που έβγαζε με κάθε κίνηση και βλέμμα ήταν αποτέλεσμα των κακουχιών, αλλά η αλήθεια ήταν πως, όπως συχνά πυκνά αναγνώριζε και ο ίδιος, δε γνώριζε πολλά.
"Αύριο θα πάμε βόρεια", ανακοίνωσε χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από τη φωτιά ο υποθετικός πρώην κλόουν. Αν υπήρχε κάποιος λόγος γι' αυτό δεν τους το είπε και αφού δεν ρώτησε η Θεά, ο Σατράπης προτίμησε να κουνήσει συγκαταβατικά το κεφάλι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: