Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

De profundis

Προσοχή, ακολουθεί σπάνια περιπτωση ιντροσπεξιον.
Εδώ και κάποιο καιρό έχω κανει μια ενοχλητική παραδοχή απο την οποία ξεκινώ αυτο το όχι πολύ πως στο διάολο λέμε concise στα ελληνικά παραλήρημα: ποτε στην ενήλικη ζωή μου δεν έχω υπάρξει ευτυχισμένος - υπήρξαν περίοδοι κατα τις οποίες ήμουν ικανοποιημενος με τον εαυτό μου και τη ζωή και μπορουσα να μου δώσω ενα pat on the back και σίγουρα δε διεκδικω την απτη δυστυχία του αληθινού ποιητή, αλλά έως εκεί. Μπορω να φανταστώ την ευτυχία, την έχω αγγίξει μέσω της ρεαλιστικής ελπίδας. Αλλά ποτε ατυχία, ποτε ανικανότητα, περιστασεις, πιο συχνα αναποφασιστικοτητα, εμμονές και ενίοτε ακατανόητα αυτοσαμποταζ, κρατάνε παντοτε την επαγγελομενη ζωή (της livin' the life variety) λίγο πιο μακρυά απο το σύνηθες "ναι μωρέ, μια χαρά".
Προφανώς απο τα συστατικά που μπαίνουν στο καζάνι οπου μαγειρεύεται ο μαγικός ζωμος, κάποια χρειάζονται απλως ψάξιμο και επιμονη. Try harder you whining moron. Τα αλλά όμως; Οταν διαπιστωνεις οτι έχουν ονόματα όπως "αθάνατο νερό" και "δάκρυ μονοκερου" κι είσαι στο "χα, ίσως να μη μπορω να ελπίζω σε αυτό τελικ..ΛΕΣ ΜΑΛΑΚΑ;"; Η απλή λύση είναι η αντικατασταση: το νερό βρυσης και το δάκρυ αλογ.. -ίσως δε χρειαζεται καθολου αυτό- δε θα αλλάζουν και πολύ τη γεύση. Αλλά αυτή την αντικατασταση τη βρίσκω εγγενως λάθος. Ειμαστε το όνειρο. Ακόμα κι αν το ξεχασαμε στη φωτιά και έγινε εφιάλτης. Εγω ηθελα να μαγειρεψω το ελιξιριο της ζωης και την lapis philosophorum, οχι μια νοστιμη σουπα. Πως μπορείς να συμβιβαστεις και ποιος θα είσαι αν το αντικαταστήσεις με ενα εφικτό; Ο Πονσε ντε Λεον δεν ειναι ο τυπος που ανακαλυψε τη Φλοριντα, ειναι ο τυπος που εψαχνε την πηγη της νιοτης. Και τι σόϊ ονειρο είναι αν είναι ρεαλιστικό;

Ένας καλύτερος επίλογος θα ηταν βέβαια " τι σόϊ ιντροσπεξιον είναι αυτό που τελειώνει με τοσες δικαιολογίες και γιατί στον κόρακα γράφω τόση ωρα - στο κινητό ο μαλάκας - για να καταλήξω λίγο πολύ οτι μου αρέσει να είμαι ενας noble loser. "
Τώρα θυμήθηκα οτι σε αυτό το μπλογκ πολύ σπάνια ολοκλήρωνα μια σκεψη. Ή μια ιστορία. Που είναι κι αυτο ένας χρησιμος και επεξηγηματικος παραλληλισμος.

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Ο Χρόνος και ο Θάνατος

(κάτι σαν απόπειρα Ντάνσανυ-σμού με ολίγη επιρροή από τον Κύριο του Φωτός. Θεωρητικά σοβαρό)

Λέγεται πως κάποτε ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα στους θεούς - κανείς δε θυμάται πια τους λόγους της σύρραξης, αλλά οι στρατοί των θεών συναντήθηκαν σε μια κοιλάδα έτοιμοι για μάχη. Σάλπισαν τις σάλπιγγες, ανέμισαν τις σημαίες τους και όρμησαν ο ένας στον άλλο, κάνοντας όλο τον κόσμο να τρέμει. Όπως όμως σε όλους τους θρύλους, οι δύο αντίπαλες δυνάμεις αποδείχτηκαν ισοδύναμες και έτσι στο τέλος όλοι οι θεοί κείτονταν νεκροί στα βράχια και το χιόνι, εκτός από δύο. Ο θεός του Χρόνου και η θεά του Θανάτου στέκονταν ακόμα όρθιοι, με το μίσος τους να καίει βαθύ και απόλυτο. Γιατί λένε αυτοί που ξέρουν (και από που το ξέρουν δε μπορώ να πω) πως αυτοί οι δύο ήταν στην αρχή του κόσμου ερωτευμένοι, αλλά η Τίποτα (έτσι έλεγαν τότε τη θεά του θανάτου) έπαιρνε τα ζωντανά όντα πριν ο Πάντοτε (έτσι έλεγαν τότε τον θεό του χρόνου) ολοκληρώσει το έργο του, για το οποίο ήταν πολύ περήφανος, πάνω τους, ενώ με τη σειρά του ο ίδιος χάριζε σε κάποια άλλα όντα χρόνια που δεν άξιζαν, εμποδίζοντας τη δουλειά της αγαπημένης του. Και επειδή οι θεοί ήταν από τότε εγωιστές, περήφανοι και ανένδοτοι, η αγάπη τους γρήγορα μετατράπηκε σε άσβεστο μίσος.
Στάθηκαν λοιπόν ο ένας απέναντι στον άλλο και είπε η Τίποτα: "Στ΄αλήθεια ήρθε η ώρα να παραδεχτείς πως ο Θάνατος είναι η ύψιστη δύναμη. Κοίτα γύρω σου πως οι θεοί είναι νεκροί - ο βασιλιάς του Κεραυνού, η μεγάλη Μητέρα και ο σοφός των Ουρανών. Τίποτα και κανείς, ούτε καν οι σπουδαιότεροι ανάμεσα στους θεούς δεν ξεφεύγουν από το μαύρο κενό που είναι το Τέλος". Ο Πάντοτε έριξε μια ματιά στο πεδίο της μάχης και αναστέναξε. "Ο Θάνατος δεν είναι παρά ένα όργανο του Χρόνου. Αν οι θεοί ζούσαν ακόμα κι η δικιά σου δύναμη εξαφανιζόταν, ο Χρόνος θα τους νικούσε. Υπομονετικά, αργά αλλά σίγουρα, όπως τα βουνά που ισοπεδώνω σε σκόνη, όλοι θα υποτάσσονταν σε μένα και τα ονόματα τους θα χάνονταν στην αιωνιότητα, ενώ εγώ θα συνέχιζα να χτίζω και να γκρεμίζω κόσμους. Γιατί εγώ είμαι η Δημιουργία και η Καταστροφή, ο μόνος θεός του σύμπαντος. Και ακόμα και ο θάνατος λυγίζει κάτω από το βάρος του άχρονου χρόνου". Με αυτά τα λόγια άπλωσε το χέρι και χάραξε ένα αρχαίο σύμβολο στον αέρα και ένας ωκεανός από αιώνες ξεχύθηκε από μέσα του ενάντια στον Θάνατο. Η Τίποτα κάρφωσε τα μάτια της σε αυτά του Πάντοτε και το άδειο, απύθμενο πηγάδι του βλέμματος της τον καθήλωσε στη θέση του καθώς προσπαθούσε να αντισταθεί στα κύματα που έσκαγαν πάνω της και να τον πλησιάσει. Όμως κόντρα σε αυτό το ρεύμα δε μπορούσε να κάνει ούτε βήμα.
Έτσι ο Πάντοτε και η Τίποτα έμειναν κολλημένοι, ακίνητοι, εκεί, στην κοιλάδα όπου πέθαναν όλοι οι άλλοι θεοί. Και οι σοφοί λένε πως ζουν και μάχονται ακόμα σε αυτή την ιδιότυπη μεταξύ τους μονομαχία, γι' αυτό και οι άνθρωποι τους θυμούνται ακόμα ενώ τα ονόματα της μεγάλης Μητέρας και του βασιλιά του Κεραυνού έχουν χαθεί από τη μνήμη. Λένε ακόμα πως είναι οι μόνοι θεοί του κόσμου και πως μια φορά στα χίλια χρόνια (ή και παραπάνω) η Τίποτα καταφέρνει να κάνει ένα πολύ μικρό βήμα και να πλησιάσει τον Πάντοτε. Πολλοί πιστεύουν πως μια μέρα θα τον φτάσει και, κοιτάζοντας τον ακόμα στα μάτια για να μην κατορθώσει να ξεφύγει, θα καρφώσει το μαύρο της μαχαίρι στην καρδιά του, σηματοδοτώντας το τέλος του κόσμου. Άλλοι, πιο λίγοι, τους οποίους οι πρώτοι θεωρούν αιρετικούς, ισχυρίζονται πως ο Θάνατος, πριν προλάβει να φτάσει το σημείο που στέκεται ο παλιός αγαπημένος της, θα λυγίσει υπό το βάρος της αιωνιότητας και θα πέσει, σκορπίζοντας στον άνεμο. Και λένε αυτοί που υποστηρίζουν αυτή τη θεωρία, πως ο Χρόνος από τις τύψεις του θα ξεχάσει τους ανθρώπους και αυτοί θα πάψουν να αποτελούν τον καμβά του.
Και υπάρχουν και κάποιοι ακόμα λιγότεροι που γελάνε με τους άλλους δύο και λένε πως οι άνθρωποι εξακολουθούν να γερνάνε και να πεθαίνουν όπως έκαναν πάντα, και πως οι ίδιοι οι θεοί μέσα στην αλαζονεία τους ξέχασαν πως δεν είναι ο Χρόνος και ο Θάνατος, αλλά μόνο ο Πάντοτε και η Τίποτα. Αν τους ρωτήσεις τι εννοούν σου συνιστούν να σταθείς στα βουνά μία βροχερή χειμωνιάτικη νύχτα - σίγουρα θα δεις τις αστραπές να φωτίζουν τις κορυφές και να φωνάζουν με βροντές, ψάχνοντας να βρουν τον βασιλιά του Κεραυνού, μη γνωρίζοντας πως είναι νεκρός τόσα χρόνια.

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2012

Πρόλογοεπίλογος και κεφάλαιο 0.5, αναθεωρημένα και με αποφασισμένη μέσω πυξίδας πευκοβελόνων κατεύθυνση

(μετά από πολύ καιρό αποφάσισα να ξαναπιάσω το Primum Opus μου - ή Opus Primum για τους φαν-ρομπότ)
--------------



"Ε, λοιπόν, να κάτι που δε βλέπεις κάθε μέρα", σκέφτηκε εντυπωσιασμένος ο κύριος Γουρούνης. Αφού λοιπόν έμεινε έκπληκτος από την ομολογουμένως αφύσικη αντίδραση του, πέρασε το υπόλοιπο ενάμιση περίπου δευτερόλεπτο ζωής που του απέμενε προσπαθώντας να θυμηθεί ποιός στο διάολο του είχε κολλήσει το ανόητο αυτό παρατσούκλι, και γιατί. Πρόλαβε μάλιστα να αναλογιστεί πως μάλλον δεν έχει και τόση σημα.... πριν γίνει ένα από τα πρώτα θύματα του πολέμου.



-------------

-Θα σε πείραζε να μην κοιτάς τα βυζιά μου;
-...χμ;
-Λέω, κοιτάς τα βυζιά μου εδώ και μισό λεπτό.
-Μμ, όχι, με συγχωρείς, όχι, στην πραγματικότητα κοιτούσα πέρα από σένα, στο άδειο και αβέβαιο μέλλον μου.
Η πωλήτρια έμεινε σιωπηλή. Η έκφραση της δεν ήταν ιδιαίτερα συμπονετική. Ίσως επειδή το βλέμμα του έμενε εστιασμένο στο ίδιο σημείο.
-Εε, ορίστε. Κράτα τα ρέστα.

Το μέλλον είχε αποδειχτεί εξαιρετικά αβέβαιο, ίσως και άδειο κατά μία έννοια, αλλά σίγουρα ήταν γεμάτο εκπλήξεις. Οι περισσότεροι θα τις χαρακτήριζαν δυσάρεστες, όμως οι περισσότεροι δεν ήταν πια σε θέση να εκφέρουν γνώμη. "Στο κάτω κάτω, το τέλος του κόσμου είναι μια ευκαιρία για μια καινούρια αρχή", συλλογίστηκε πριν αντιληφθεί πως αυτή η σκέψη ήταν ελαφρώς ηλίθια. Προς στιγμήν αναρωτήθηκε αν η πωλήτρια με τα μεγάλα βυζιά είχε επιβιώσει. Μια φωνή τον έβγαλε από τις σκέψεις του:
"Ουφ, κάθε μέρα τα ίδια σκατά βλέπουμε."

-------------
κεφάλαιο 0.5


Δίπλα στο δρόμο βρισκόταν ένα μισοφαγωμένο πτώμα. Άντρας, απροσδιόριστης ηλικίας. Έμοιαζε λίγο με τον Έζρα Πάουντ.
"Σατράπη, είναι η σειρά σου να ψάξεις τις τσέπες του πεθαμένου". Του πήρε λίγη ώρα να καταλάβει πως η Θεά του Βουνού μιλούσε σ' αυτόν. Φυσικά δεν την λέγανε Θεά του Βουνού περισσότερο απ' ό,τι το δικό του όνομα ήταν Σατράπης. Είχαν αποφασίσει πως δεν υπήρχε ιδιαίτερος λόγος να κρατήσουν τα παλιά τους ονόματα και είχαν διαλέξει καινούρια. Για κάποιον απροσδιόριστο λόγο, του άρεσε η λέξη Σατράπης. Του είχε φανεί πάντως πιο έξυπνη η δική του ιδέα από της Θεάς. Δε της το είχε πει βέβαια. Έμοιαζε το είδος της γυναίκας που μπορούσε να τον δείρει. Ο τρίτος τύπος που ήταν μαζί τους δεν είχε εκδηλώσει κανένα ενδιαφέρον ή προτίμηση και τον βάφτισαν μόνοι τους Σταλλόνε. Με το στρατιωτικό παντελόνι, το αμάνικο και το ανέκφραστο ράθυμο βλέμμα έμοιαζε λογικό.

Πλησίασε το πτώμα του Έζρα και το σκούντηξε λίγο με τη Λόγχη της Δίκης. Φυσικά δεν ήξερε κανείς άλλος πως έτσι αποκαλούσε τον σκουριασμένο σωλήνα με το σουγιά που είχε δέσει στην άκρη. Μάλλον θα τον άρχιζαν στις κλωτσιές αν τους το 'λεγε.
Ο νεκρός ήταν νεκρός. Δεν είχε τύχει ποτέ να διαμαρτυρηθούν για τα σκουντήγματα αλλά δεν ξέρεις ποτέ. Στις τσέπες του είχε μόνο ένα βιβλίο με ποιήματα. "Φέρε κρασί". Δεν ήταν του Πάουντ. Ελάχιστα χρήσιμο.

Γύρισε πίσω. "Τζίφος", ανήγγειλε. Η αλήθεια είναι ότι δεν έβρισκαν συχνά κάτι χρήσιμο στα πτώματα. Τα περισσότερα είχαν περιέλθει στην ενοχλητική κατάσταση της νεκροσύνης επειδή κάποιος είχε ληστέψει τους πρότερους κατοίκους τους. Όσες κοινότητες είχαν απομείνει ανέπαφες είχαν επιστρέψει στο στάδιο της πόλης-κράτους, και ήταν έτοιμες να συμπεριφερθούν σαν αφιλόξενοι γεροκτηματίες σε τυχόντες επισκέπτες, οπότε τις περισσότερες φορές ήταν προτιμότερο να μένουν μακρυά. Το να πέσουν σε ληστές θα ήταν καθαρή ατυχία (ίσως σε μια επόμενη ζωή να αποδειχτείς λιγότερο γρουσούζης, Έζρα), και η ομάδα τους πρέπει να έμοιαζε δύσκολος στόχος - αν και όχι λόγω της Λόγχης.
Είχε αρχίσει να βραδιάζει. Απομακρύνθηκαν από τον κάποτε αυτοκινητόδρομο και κατασκήνωσαν στη μέση μιας έκτασης που ίσως είχε υπάρξει χωράφι. Μια αγελάδα μασουλούσε χαρωπά αγριόχορτα λίγο μακρύτερα. Ο κίνδυνος το κρέας τους να είναι μολυσμένο με ποιός-ξέρει-τι είχε οδηγήσει τα συμπαθή βοοειδή σε μία ημιελεύθερη κατάσταση. Ευτυχώς για τους περιπλανώμενους ταξιδιώτες η πρόοδος που είχε γίνει στον αντιβιολογικό πόλεμο ήταν σχεδόν το ίδιο γρήγορη με την ανάπτυξη όπλων και τα απομεινάρια της ήταν ο καλύτερος φίλος του όποιου επιζήσαντα. Ο Σταλλόνε άπλωσε το χέρι στο σακίδιο και έβγαλε μία κατσικότα έτοιμη για ψήσιμο. Την έριξε στη φωτιά που είχε ανάψει η Θεά του Βουνού φροντίζοντας να φυλάξει τα μικρά, λεπτά κέρατα της που χρησίμευαν σαν οδοντογλυφίδες, πηρούνια, ή στη δική του περίπτωση, βλήμματα για την αυτοσχέδια βαλλίστρα του. Ο Σατράπης ήθελε να πιστεύει πως κάποτε ο Σταλλόνε ήταν κλόουν και η μουρτζούφλα που έβγαζε με κάθε κίνηση και βλέμμα ήταν αποτέλεσμα των κακουχιών, αλλά η αλήθεια ήταν πως, όπως συχνά πυκνά αναγνώριζε και ο ίδιος, δε γνώριζε πολλά.
"Αύριο θα πάμε βόρεια", ανακοίνωσε χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από τη φωτιά ο υποθετικός πρώην κλόουν. Αν υπήρχε κάποιος λόγος γι' αυτό δεν τους το είπε και αφού δεν ρώτησε η Θεά, ο Σατράπης προτίμησε να κουνήσει συγκαταβατικά το κεφάλι.

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Το πόδι της μαϊμούς του Μπόρχες.

Ποτέ δεν ξέρω τι να γράψω σ' αυτό το μπλογκ. Τουλάχιστον μετά την πρώτη πρόταση τα περισσότερα είναι αυτοσχεδιασμοί. Κάπως έτσι καταλήγεις να γράφεις αναλύσεις περί του τι συμβαίνει όταν μπλέκεις με τα των θεών των Σιχαμέκων, και ιστορίες για γκλορμπίλλες και διαστημικές παναγίες. Γράφοντας έρχεται η έμπνευση (ναι, εντάξει, λέμε), σε αντίθεση με την όρεξη, που δεν έρχεται όσο τρως, κι ας μου έλεγε το αντίθετο ο Ντόναλντ σε ένα Μικυμάου. Από τότε, αναγνωρίζοντας την βλακεία της παροιμίας, έπαψα να ακούω ζωγραφιστές πάπιες.
Κι αν όταν δεν έχεις να γράψεις για γκλορμπίλλες η χρησιμότητα του μπλογκ είναι να παριστάνει κάποιου είδους κυβερνοlog (μάλλον ακριβώς), εγώ θα παραμείνω μυστικοπαθής, σιβυλλικός και μπουρδοκρώζων.
Η παγκόσμια εσωτεριστική αναζήτηση της πόλης των Καισάρων (πιο σικ απ' το κλισέ Ελ Ντοράντο), συνεχίζεται, με τα εμπόδια να συσσωρεύονται. Οι γκλορμπίλλες το 'σκασαν κι άντε να κουβαλήσεις τον αστρολάβο, σκοντάφτεις στα κόκκαλα του Πέρσυ Φώσετ, και το κυριότερο, ο ιθαγενής οδηγός μιλάει μόνο σιχαμέκικα και έχει την τάση να εξαφανίζεται για μεγάλα διαστήματα. Βέβαια ίσως είναι εξίσου σημαντικό πως η πόλη των Καισάρων δεν υπάρχει, αλλά οι εσωτερι(στι;)κές αναζητήσεις αγνοούν τέτοιες βλακώδεις λεπτομέρειες.
Για όποιον αναρωτιέται, η προηγούμενη παράγραφος είχε σαφές (σε μένα) νόημα (περίπου), αλλά αυτό κρύβεται στα βάθη του ναού του Κθούγκα, ο οποίος (προφανώς) προκάλεσε την καταστροφή της Ζ (άλλαξα χαμένη πόλη γιατί μη εισάγοντας τα αρχικά Π.τ.Κ. η επανάληψη ήταν κουραστικότατη).
Και μάλλον καλύτερα την επόμενη φορά να κάτσω στους γκουγκουλέδες μου και να ασχοληθώ με τον Σατράπη και τη Θεά του Βουνού, γιατί ο σουρρεαλισμός τείνει να απαιτεί credentials προτού ληφθεί σοβαρά υπ' όψιν.

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Παροιμίες από την Κόλαση

..όπως τις ούρλιαζε ο William Blake κατά την εκδίκαση του διαζυγίου του ουρανού και της κόλασης .

1. Κάθε τέλος είναι ένα τέλος. Κάθε αρχή είναι μία αρχή.
2. Οι πρώτοι έσονται πρώτοι. Οι έσχατοι έσονται έσχατοι. Συνήθως.
3. Αν ο δρόμος προς την Κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις, είναι λογικό να υποθέσει κανείς πως ο δρόμος για τον Παράδεισο είναι στρωμένος με τις χείριστες.
4. Οι πασόκοι είναι σαν τους παραμορφωμένους, ανόητους γίγαντες: ξεχωρίζουν εύκολα στο πλήθος.
5. Τίποτα, ποτέ, δεν πάει σωστά.
6. Κανένα εμπόδιο δεν είναι για καλό. Ο δρόμος έχει πάντα εμπόδια (βλ. 5).
7. Η καλή μέρα φαίνεται από το τέλος.
8. Ανήθικος είναι αυτός που ορίζει τι είναι ηθικό.
9. Αν ο Διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες είναι μάλλον επειδή ο Θεός φανερώνεται στις αοριστίες.
10. Όταν κοιτάς το χώμα, δε βλέπεις γύρω σου. Όταν κοιτάς τον ουρανό, πατάς σκατά.
11. Ένας πίθηκος είδε ένα γουρούνι να κυλιέται στις λάσπες. "Μην κυλιέσαι στις λάσπες,", είπε, "είναι βρωμιά". "Όϊνκ όϊνκ", απάντησε το γουρούνι. Θυμωμένος ο πίθηκος του εκτόξευσε την κοπριά του.
12. Μπορείς να κατακτήσεις τον κόσμο πεθαίνοντας, αλλά δε θα κυβερνήσεις ποτέ. Γι' αυτό θα πρέπει να σκοτώσεις.
13. Ο γενναίος ανοίγει μια πόρτα στο άγνωστο. Ο σοφός στέκεται πίσω του. Ο ανόητος είχε ανοίξει την προηγούμενη πόρτα.
14. Αν ο θεός είχε χιούμορ, ο Χριστός θα είχε πεθάνει από πτώση πιάνου.
15. Πολλοί ηθικοί κανόνες είναι σαν τους Beatles: μάλλον ασήμαντοι, αλλά κανείς δε θέλει να το πει.

+16. Η προσβολή είναι μία μορφή τέχνης. Εκτός αν είναι προσβολή της τέχνης.

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Γκλορμπίλλες στην ομίχλη


Ήταν πάλι μαστουρωμένη. Έπρεπε να προσέχει παραπάνω. Το μύρο δεν προκαλούσε πολύ έντονο φαινόμενο στέρησης αλλά όταν τέλειωνε θα το νοσταλγούσε. Στο κάτω κάτω δεν είχε και πολλές χαρές η ζωή του φυγά για να σπαταλάει έτσι εύκολα τα ναρκωτικά της. Σκέφτηκε πως ίσως θα 'ταν πιο έξυπνο να 'χει μείνει με τους τρεις μάγους. Τους είχε του χεριού της και έμοιαζαν να ξέρουν που πηγαίνουν, αλλά δεν είχε σκοπό να παριστάνει τη λησταρχίνα μια ζωή. Ο Κασπάρ θα γύρναγε τα φεγγάρια ανάποδα για να βρει κι αυτήν και το φορτίο που του βούτηξε, αλλά σκόπευε να τον αφήσει με το πουλί στο χέρι. Αποκλείεται να την έψαχνε στο..που στο καλό πήγαινε; Τρέκλισε μέχρι τον υπολογιστή του σκάφους για να δει την πορεία που της είχε προτείνει. Στο δρόμο αναγκάστηκε να αποφύγει 3 φουγκουρίνους και να χάσει 2 λεπτά γελώντας σα βλαμμένη όταν κατάλαβε πως ήταν παραισθήσεις λόγω του μύρου. Όλοι ξέρουν πως οι φουγκουρίνοι κυκλοφορούν σε τετράδες.
-Κομπιούτερ, πες..
-Με λένε Γκνίχ.
-Γκνίχ, πες μου ξανά που πηγαίνουμε.
-...
-Γκνίχ, πες μου ξανά που πηγαίνουμε παρακαλώ.
-Θα βρισκόμαστε στον GCZV12-3B-54M σε λίγες ώρες.
-...
-Είναι γνωστός εδώ γύρω ως Σκατοβάλτος-2.
-Ακούγεται θαυμάσιο μέρος.
-Ω, δεν είναι τόσο άσχημο όσο ακούγεται. Διαθέτει έναν οικισμό πεντακοσίων κατοίκων και μερικές σκόρπιες φάρμες γκουγκουλέδων. Φαίνεται πως ευδοκιμούν. Λαμβάνοντας υπ' όψιν το φορτίο που έκλεψες, έχω φροντίσει να προσγειωθούμε στη ζούγκλα. Κάποιο υποτυπώδες τελωνείο θα έχουν.
-Μάλιστα. Και τι προτείνεις να κάνουμε;
-Θα πας στην πόλη και θα φέρεις 2 φιάλες Klein καύσιμα. Μετά μπορούμε να πάμε στον Τζορλούκας να με πουλήσεις σ' ένα σοβαρό ιδιοκτήτη να ηρεμήσω και να χρησιμοποιήσεις τα λεφτά για να μαστουρώνεις όσο θες.
-Μιλώντας για λεφτά, πώς θα πληρώσω τα καύσιμα;
-Με μύρο, βέβαια. Εκτός αν προτιμάς να...*γκουχ γκουχ*
-Τι; Α..με κάποιον βλάχο ενός κόσμου γνωστού ως Σκατοβάλτος; Να μου λείπει. Καλύτερα με το βασιλιά Ηρώδη. Δεν είμαι τόσο εθισμένη.
Πολλές φορές είχε αναρωτηθεί ποιός είχε τη φαεινή ιδέα να δώσει προσωπικότητα στους υπολογιστές των σκαφών. Ήταν όλοι εριστικές ψωνάρες, αλλά ήταν φτιαγμένοι ακριβώς γι' ανθρώπους σαν τη Μαρία - Μαριάμ μάλλον, μόνο ο δικέφαλος γεροτράγος την αποκαλούσε Μαρία. Άσχετους με την πλοήγηση που αν τους έδιναν το πηδάλιο και τους πιο αναλυτικούς χάρτες και οδηγίες θα πέταγαν μέσα σε κάποιον ήλιο. Πήγε στην καμπίνα της να περάσει τις υπόλοιπες ώρες ως την προσγείωση ντίρλα. Αναγκάστηκε να σπρώξει έναν πορτοκαλί φουγκουρίνο για να κάνει λίγο χώρο στο κρεββάτι.
----
Ε, λοιπόν, ήταν σίγουρα ένας βάλτος. Γύρω απ' το νησάκι που είχε κατεβάσει ο Γκνίχ το πλοίο, και πέρα στην ανατολή ως εκεί που έφτανε το μάτι, εκτεινόταν ένα σκούρο αρρωστημένο πρασινογκρί έλος κάτω από τον απογευματινό συννεφιασμένο πρασινογκρί ουρανό. Από την άλλη πλευρά του νησιού το νερό έδινε γρήγορα τη θέση του στη ζούγκλα, και λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω φαίνονταν τα φώτα της μοναδικής πόλης του πλανήτη - της Νταγκομπάρα, πιο γνωστής ως Λασποβρώμας. Το νερό του βάλτου ήταν τόσο ανακατεμένο με ποιός-ξέρει-τι που ήταν μη νευτώνειο και περάσε περπατώντας προσεκτικά από πάνω. Για κάποιο μυστήριο λόγο της πέρασε για πρώτη φορά απ' το μυαλό ο γιος της που είχε ταΐσει στον Αζόρ φεύγοντας απ' την τρώγλη του Ιωσήφ.
Ο Γκνίχ την είχε διαβεβαιώσει πως τα μόνα επικίνδυνα ζώα του GCZV12-3B-54M βρίσκονταν στο άλλο ημισφαίριο, αλλά όταν περπατάς σε μια άγνωστη ζούγκλα νομίζεις πως ακούς διάφορα πράγματα. Πετάχτηκε κάμποσες φορές περνώντας μια κληματσίδα για φιδιόσαυρο, ενώ κάποια στιγμή της φάνηκε σα να άκουσε ένα ρυθμικό "τσομπ τσομπ", σαν τον ήχο που κάνει ένας ευχαριστημένος γκλορμπίλλας όταν μασουλάει γκουγκουλέδες. Αυτό ήταν φυσικά ανόητο. Οι γκλορμπίλλες ζούσαν μόνο στον Γκλορμπ και σε πλανήτες που ειδικεύονταν στην κτηνοτροφία - ο Σκατοβάλτος-2 σίγουρα δεν ήταν τέτοιος.
"Τσομπ τσομπ".
Πφφ. Οι γκλορμπίλλες έτρωγαν σχεδόν ό,τι κι αν τους έδινες, αλλά ποτέ δεν είχαν υπάρξει επιθετικοί. Ήταν μια  αταίριαστη παραίσθηση.

Η Λασποβρώμα δεν ήταν το πιο άσχημο χωριό που είχε δει ποτέ. Μάλλον οι Σκατοβάλτιοι είχαν μια τάση να παρουσιάζουν τα πράγματα πιο άσχημα απ' όσο είναι. Γκρινιάρηδες και μίζεροι. Κατευθύνθηκε προς το μικρό κοσμοδρόμιο όπου ήταν και το μόνο καυσιμάδικο. Ο καυσιμάς δεν έμοιαζε και πολύ με βλάχο ενός σκατοβάλτου. Ίσως να...όχι, δεν είχε χρόνο για βλακείες. Πήρε τις φιάλες Klein, του έδωσε 50 γραμμάρια μύρο κι έκανε να φύγει. Το ναρκωτικό ήταν νόμιμο, ανεξάρτητα αν το δικό της ήταν κλεμμένο. Ελάχιστα θα ένοιαζε τον υπάλληλο από που ήρθε.
Καθώς έβγαινε από την πόρτα, της φώναξε.
-Στάσου, γκουγκουλέδες!
-Ορίστε;
-Εε, εννοώ, πάρε κι αυτό το μπουκέτο. Δώρο. Λίγα λουλούδια ηρεμούν το μυαλό στα διαστρικά ταξίδια.
-Που να 'ξερες τι κατάφερε ο τελευταίος άντρας που μου χάρισε λουλούδια, είπε κλείνοντας του το μάτι και την πόρτα στη μούρη.
-Γκουγκουλέδες ήταν; τη ρώτησε απ' το παράθυρο.
-Ραδιενεργά κρίνα.

Γυρνώντας πίσω στο σκάφος, έκανε κάτι ασυνήθιστο: σκέψεις για το μέλλον. Ίσως θα έπρεπε να φροντίσει να
"τσομπ τσομπ"
"Χμουφ", ξεφύσησε προβληματισμένη. Ακουγόταν κοντά. Αποφάσισε να ρίξει μια ματιά. Πέρασε μέσα από μερικές αγκαθωτές κληματσίδες και βουρβουρόθαμνους και βρέθηκε σ' ένα μικρό ξέφωτο.
"Τσομπ τσομπ". Αυτό ήταν πέραν πάσης αμφιβολίας ένας γκλορμπίλλας που βοσκούσε χαρούμενος. Είχε δει πολλές φορές τον Αζόρ με αυτή την ευτυχισμένη έκφραση στη μουσούδα. Προς στιγμήν ανησύχησε πως αντί να αγοράσει καύσιμα είχε σνιφάρει μόνη της το μύρο. Απέρριψε γρήγορα την ιδέα και είπε με την τσιριχτή φωνή που χρησιμοποιούν από την αρχή του χρόνου οι άνθρωποι όταν μιλάνε σε γκλορμπίλλες ή ό,τι παρόμοιο είπε:
"Γειάααααα σουουουουου! Τι κάνειειειειεις; Τι κούκλος είσαι συ; Γούτσου γούτσου!".
Ο γκλορμπίλλας γύρισε ξαφνιασμένος. Με βλέμμα περίεργα προβληματισμένο γκάρισε μία παραλλαγή από ό,τι λένε συνήθως οι γκλορμπίλλες στους ανθρώπους:
"Γκλορμπ, γκλορμπ. Μιουμ νιουρ;". Ευχαριστημένος με τον εαυτό του απ' όσο καταλάβαινε η Μύριαμ, γούρλωσε τα μάτια και αναφώνησε "Γκλορμπ! Σνιοφ!" επιστρέφοντας στη βόσκη του.
Ήταν μπερδεμένη. Ποιός είχε φέρει γκλορμπίλλες στον GFM23...όχι, δεν ήταν αυτό..στον Σκατοβάλτο-2 τέλος πάντων; Απίθανο κάποιος από τους κατοίκους να είχε μπει στον κόπο να τον εισάγει για κατοικίδιο. Τα περισσότερα σπίτια που είχε δει δεν είχαν χώρο για τέτοιο ζώο. Ούτε τα ζώα ήταν χαρούμενα αν δεν υπήρχαν κι άλλοι γκλορμπίλλες κοντά.
Δεν είχε πάρει χαμπάρι ότι τα σκεφτόταν αυτά περπατώντας πάνω στο βάλτο. Ξαφνιασμένη, στάθηκε όρθια αποφεύγωντας να πέσει με τα μούτρα στα υγρά βρύα και σκαρφάλωσε στην όχθη.
Δίπλα στο πλοίο στεκόντουσαν ο υπάλληλος του καυσιμάδικου και δύο γκλορμπίλλες.
"Γκλορμπγκλόρμπ".
-Οι γκλορμπίλλες θέλουν να σου μιλήσουν.
-Φίλε, σνίφαρες όλη την πληρωμή σου;
"Σλιαρ, σλιαρ", φώναξε και της πήρε τ' αυτιά το ένα από τα δύο συμπαθή κτήνη.
-Οι γκλορμπίλλες, συνέχισε ο καυσιμάς, δε θέλουν να μαθευτεί η παρουσία τους εδώ. Αυτός είναι ο λόγος που έχουμε ονομάσει τον πλανήτη μας Σκατοβάλτο-2 - έτσι κι αλλιώς είναι άσχημο μέρος, έτσι όμως κανείς δε θέλει να έρθει εδώ.
-Καλά, δε θα το πω πουθενά. Σιγά τη φοβερή πληροφορία στο κάτω κάτω.
-Ο Μούρρμσλιακ λέει πως είσαι πρεζάκι. Τα πρεζάκια μιλάνε πολύ.
-Α, για να σου πω! Δεν είμαι εγώ αυτή που μιλάει με διαστημικές αγελάδες! Και να σκεφτείς πως..αρργκχρμφ!
Του πέταξε το μπουκέτο γκουγκουλέδων στη μούρη. Θα του πέταγε κάτι πιο επικίνδυνο αν είχε τη δυνατότητα.
Το δεύτερο ζώο, που ως τότε λαγοκοιμόταν δίπλα στο σκάφος, ανασηκώθηκε και πλησίασε για να φάει τα νόστιμα λουλούδια. Ο τύπος της έτεινε το χέρι
-Με λένε Ιάννι. Είμαι ο αγαπημένος μαθητής των γκλορμπίλλων.
-Ο Χριστός κι η Παναγία.
-Ποιοί είναι αυτοί;
-Δεν ξέρω, έτσι μου 'ρθε. Είμαι η Μαριάμ και νομίζω πως είσαι ηλίθιος.
-Ακολούθησε με, σε παρακαλώ. Αξίζει τον κόπο.
-Ουφ. Καλά. Περίμενε με εδώ Γκνίχ. Αν αργήσω πολύ, βομβάρδισε την πόλη.
Μάλλον απίθανο να πιστέψει κανείς ότι το σκάφος είχε κάποιο όπλο πιο εκλεπτυσμένο από το μεγάλο βραχίονα σε σχήμα μπουνιάς που ήταν στάνταρ εξοπλισμός για να σπρώχνεις αστεροειδείς εκτός πορείας.
Καθώς περπατούσαν στη ζούγκλα, ο Ιάννι άρχισε να της τσαμπουνάει διάφορες παλαβομάρες. Οι γκλορμπίλλες λέει, ήταν πολύ ανεπτυγμένο είδος, αλλά λόγω φυσιολογίας τους ήταν πολύ δύσκολο να κατασκευάσουν και να χρησιμοποιήσουν εργαλεία. Είχαν καταφέρει να φτιάξουν κάνα δυο διαστημόπλοια πριν πολύ πολύ καιρό και έτσι είχαν φτάσει στον GCZV12-3B-54M τον οποίο οι ίδιοι αποκαλούσαν Μιαμ-μιαμ. Όταν έφτασαν οι άνθρωποι στον Γκλορμπ, αποφάσισαν να συμβιβαστούν με το ρόλο του ζώου φάρμας. Το κρέας τους έτσι κι αλλιώς δεν τρωγόταν και όποιες προσπάθειες επικοινωνίας είχαν κάνει είχαν αποβεί άκαρπες οπότε κούνησαν αδιάφορα την ουρά τους και προσαρμόστηκαν. Ο Μούρρμσλιακ ήταν αυτός που είχε δει στο ξέφωτο. Το γκάρισμα του είχε ειδοποιήσει τους υπόλοιπους και ήρθαν να την προϋπαντήσουν. Δε θα 'χαν πρόβλημα, είπε, να την καλωσορίσουν στην κοινωνία τους, ή έστω, αν επιμένει να φύγει, ήθελαν να την πείσουν να προσέχει τα λόγια της για να μην της ξεφύγει τίποτα. Οι γκλορμπίλλες δεν είχαν όρεξη να επανανακαλυφθούν.
Τι μαλάκας. Και να σκεφτείς ότι παραλίγο να του την πέσει. Αλλά κάπου θα έβρισκε μια πέτρα να του ανοίξει το κεφάλι στα δύο και μετά θα έφευγε. Με λίγη τύχη θα έπαιρνε πίσω και τα 50 γραμμάρια μύρο που του είχε δώσει.
Την οδήγησε σε μια σπηλιά. Γκλορμπίλλες και πράσινοι φουγκουρίνοι. Σιγά που δεν καταλάβαινε τι ήθελε ο Ιάννι. Κάποια τρύπα θα υπήρχε όμως να τον πετάξει μέσα.
Πέρασαν από ένα στενό άνοιγμα. Ήταν έτοιμη να του λιώσει το κεφάλι στο βράχο όταν είδε πως μπροστά της εκτεινόταν μία τεράστια θολωτή αίθουσα. Εκεί μέσα κυκλοφορούσαν κάμποσοι γκλορμπίλλες. Ένας από αυτούς οδηγούσε κάποιου είδους γιγάντιο γκλορμπιλλοπατίνι. Ένας άλλος σκάλιζε κάτι σε ένα κουτί με άμμο με τα κέρατα του. Έξυσε το κεφάλι της με αμηχανία. Κοίταξε τον Ιάννι. Όπως τόσο συχνά έκανε στην αλλοπρόσαλλη ζωή της, άλλαξε γνώμη. Ίσως άξιζε τον κόπο να δώσει μια ευκαιρία σε αυτόν τον καυσιμά και το περίεργο κοπάδι των γκλορμπίλλων. Έβγαλε μια τζούρα μύρο, πρόσφερε λίγο στον άνθρωπο που ήταν έτοιμη να δολοφονήσει πριν 10 δευτερόλεπτα και του χαμογέλασε πονηρά.


Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

κεφάλαιο 0.5

 (προηγούμενο: post 12/11/2010)


Δίπλα στο δρόμο βρισκόταν ένα μισοφαγωμένο πτώμα. Άντρας, απροσδιόριστης ηλικίας. Έμοιαζε λίγο με τον Έζρα Πάουντ.
"Σατράπη, είναι η σειρά σου να ψάξεις τις τσέπες του πεθαμένου". Του πήρε λίγη ώρα να καταλάβει πως η Θεά του Βουνού μιλούσε σ' αυτόν. Φυσικά δεν την λέγανε Θεά του Βουνού περισσότερο απ' ότι το δικό του όνομα ήταν Σατράπης. Είχαν αποφασίσει πως δεν υπήρχε ιδιαίτερος λόγος να κρατήσουν τα παλιά τους ονόματα και είχαν διαλέξει καινούρια. Για κάποιο απροσδιόριστο λόγο, του άρεσε η λέξη Σατράπης. Του είχε φανεί πάντως πιο έξυπνη η δική του ιδέα από της Θεάς. Δε της το είχε πει βέβαια. Έμοιαζε το είδος της γυναίκας που μπορούσε να τον δείρει. Ο τρίτος τύπος που ήταν μαζί τους δεν είχε εκδηλώσει κανένα ενδιαφέρον ή προτίμηση και τον βάφτισαν μόνοι τους Σταλλόνε. Με το στρατιωτικό παντελόνι, το αμάνικο και το ανέκφραστο βλέμμα έμοιαζε λογικό.

Πλησίασε το πτώμα του Έζρα και το σκούντηξε λίγο με τη Λόγχη της Δίκης. Φυσικά δεν ήξερε κανείς άλλος πως έτσι αποκαλούσε τον σκουριασμένο σωλήνα με το σουγιά που είχε δέσει στην άκρη. Μάλλον θα τον άρχιζαν στις κλωτσιές αν τους το 'λεγε.
Ο νεκρός ήταν νεκρός. Δεν είχε τύχει ποτέ να διαμαρτυρηθούν για τα σκουντήγματα αλλά δεν ξέρεις ποτέ. Στις τσέπες του είχε μόνο ένα βιβλίο με ποιήματα. Δεν ήταν του Πάουντ. Δεν βοηθούσε και πολύ.
 Γύρισε πίσω. "Τζίφος", ανήγγειλε. Η αλήθεια είναι ότι δεν έβρισκαν συχνά κάτι χρήσιμο στα πτώματα. Ήταν επίσης αλήθεια πως ήταν πιο εύκολο να βρεις κάτι στις πόλεις. Οι περισσότερες όμως είχαν ακόμη κατοίκους, συνήθως πια οργανωμένους σε κάποια ολιγαρχία. Σαν η καταστροφή να είχε αποκαλύψει πως κάθε ανθρώπινη κοινωνία αποτελείται κατά βάση από εγωιστές χωριάτες. Έτσι τις απέφευγαν, εκτός αν ήταν ανάγκη.
"Κοντεύουμε", είπε ο Σταλλόνε χωρίς να απευθύνεται κάπου συγκεκριμένα. "Μέχρι αύριο το πρωί θα 'μαστε εκεί". Το "εκεί" ήταν ασαφώς προσδιορισμένο. Ή μάλλον δεν του είχαν πει αυτού που πάνε. Οι άλλοι δύο φαίνονταν να ξέρουν κάτι παραπάνω.
Καμιά φορά σκεφτόταν πως ίσως ο Σταλλόνε ήταν κλόουν, ή κωμικός κάποτε, και ο πυρηνικός χειμώνας τον έκανε γκρι και μουρτζούφλη. Η αλήθεια ήταν πως ο Σταλλόνε ήταν πάντα έτσι, αλλά ο Σατράπης δεν ήξερε πολλά.